Η σημειολογία μιας απώλειας (μνήμη Ουμπέρτο Έκο).

kostas_kostΤο Σαββατοκύριακο που μας πέρασε σημαδεύτηκε από δύο θανάτους που απασχόλησαν τα ΜΜΕ με δυσανάλογο, κατά την άποψή μου, τρόπο. Ο πρώτος θάνατος ήταν του γνωστού στο πανελλήνιο τραγουδιστή, Παντελή Παντελίδη, ενός νέου παιδιού, 33 ετών, που έφυγε από το μάταιο τούτο κόσμο σε νεαρή ηλικία, χωρίς να έχει προλάβει να ολοκληρώσει ίσως τον κύκλο του στη ζωή (αν υπάρχει τέτοιος) και με τραγικό τρόπο. Ο δεύτερος θάνατος ήταν αυτός του γνωστού στην υφήλιο φιλοσόφου, σημειολόγου, διανοητή, συγγραφέα, Ουμπέρτο Έκο που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στα 84 του χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω του πολύ σπουδαία παρακαταθήκη για ολάκερη την οικουμένη. Όσο κι αν είναι πραγματικά τραγικό το να χάνεται ένας νέος άνθρωπος και μάλιστα με τον δραματικό τρόπο ενός τροχαίου δυστυχήματος, ας μου επιτραπεί να καταθέσω την άποψη ότι ο σχετικά πιο αναμενόμενος θάνατος του ηλικιωμένου Έκο αφήνει μεγαλύτερο κενό απ’ ό,τι ο μη αναμενόμενος του νεαρού Παντελίδη. Προς Θεού, δεν αναφέρομαι στο κενό που αφήνει το κάθε αγαπημένο πρόσωπο στους οικείους του, όταν μας αποχαιρετά για το αιώνιο ταξίδι. Αυτό είναι πάντα τεράστιο και δεν νομίζω ότι μπορεί να καλυφθεί απολύτως ποτέ. Αναφέρομαι στο κενό που δημιουργείται στο κοινωνικό σύνολο, όχι από τη φυσική παρουσία του αποθανόντος, αλλά από την κοινωνική του υπόσταση και την προσφορά του στην κοινωνία. Από αυτής της απόψεως, ο Έκο θα μπορούσε να θεωρηθεί οπωσδήποτε σπουδαιότερος από τον αδικοχαμένο Παντελίδη. Παρά ταύτα, δεν γνώρισε την ίδια έκταση δημοσιότητας ο ένας με τον άλλο, κάτι που δείχνει ίσως και το μέτρο των ενδιαφερόντων της κοινωνίας μας (πράγμα λυπηρό, αν συνυπολογίσουμε και τη μηδενική σχεδόν αναφορά των ΜΜΕ στο θάνατο ενός άλλου ηλικιωμένου αλλά σπουδαίου έλληνα διανοητή, του καθηγητή Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου). Θα ήθελα, λοιπόν, επειδή θεωρώ τον Ουμπέρτο Έκο κάτι σα δάσκαλο όλων της γενιάς μου, να παραθέσω εδώ αποσπάσματα από ένα του σημείωμα στο περιοδικό Εσπρέσσο, σχετικά με τον 20ο αιώνα και τα χαρακτηριστικά του, έτσι σαν ένα φιλολογικό μνημόσυνο.

«Ένας αιώνας μπορεί να αξιολογηθεί µε βάση την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στο σύστημα αξιών και την καθημερινή του εφαρμογή. Όπως είναι γνωστό, η υποκρισία βρίσκεται ανάμεσα στη θεωρητική αναγνώριση των αξιών και στην καταστρατήγησή τους. Ε, λοιπόν, ο δικός µας αιώνας υπήρξε, ίσως, λιγότερο υποκριτικός από τους άλλους. Διακήρυξε κάποιους κανόνες συμβίωσης, σίγουρα τους παραβίασε, δέχθηκε, όμως, και δέχεται να δικάζονται δημοσίως οι παραβάτες. Αυτό μπορεί να µην εμπόδισε την επανάληψη των παραβιάσεων, είχε, όμως, κάποιες επιπτώσεις στην καθημερινή µας συμπεριφορά και στη δυνατότητα (που έχουν πολλοί και, σίγουρα, οι πολίτες του δυτικού κόσμου) να ζούμε περισσότερο καιρό, χωρίς να γινόμαστε θύματα ποικίλων αυθαιρεσιών.

Δεν πέρασαν ούτε εκατό χρόνια από τότε που γελούσαμε µε τις σουφραζέτες: δε λέω ότι οι γυναίκες πέτυχαν ολοκληρωτικά την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους σήμερα, όμως θεωρείται βάρβαρη µια χώρα στην οποία οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Μια και προσπαθούμε να βρούμε τα καλά, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι στον αιώνα µας, περισσότερο απ’ ό,τι σ’ όλους τους άλλους, φροντίσαμε να μεγαλώσει η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Βέβαια, δεν περιμένω από κάποιον να καταγράψει όλες τις περιπτώσεις καρκίνου που οφείλονται στη μόλυνση της ατμόσφαιρας. Τρομάζω, γιατί θα μπορούσε να τύχει και σε µένα, δεν ξεχνάω, όμως, τα εκατομμύρια των γυναικών που πέθαιναν στη γέννα, μέχρι που ο δόκτορας Semmelweiss έπεισε τις μαμές ότι ήταν αρκετό να απολυμαίνουν τα χέρια τους. Από τότε δεν πέρασαν ούτε εκατόν πενήντα χρόνια. Προηγουμένως, όμως, επί χιλιετίες οι γυναίκες πέθαιναν από τον «πυρετό της λεχώνας» σαν τις μύγες. Στον αιώνα µας καταναλώνουμε περισσότερο τυπωμένο χαρτί απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον. Αναμφίβολα, ένα τεράστιο ποσοστό απ’ αυτό το χαρτί είναι άχρηστο, επί αιώνες, όμως, οι ουτοπιστές πίστευαν ότι, αν οι άνθρωποι μάθουν να διαβάζουν, θα κάνουν ένα ποιοτικό άλμα. Βέβαια, αν όλοι μάθουμε το πυθαγόρειο θεώρημα, αυτό δε σημαίνει ότι θα βελτιωθεί η ανθρωπότητα, εκείνοι, όμως, που σήμερα δεν έχουν τη δυνατότητα να το μάθουν, έχουν µέσο όρο ζωής τριάντα χρόνια κι αυτό δεν είναι σύμπτωση.

Στον αιώνα µας η επιτάχυνση στα τεχνολογικά και, γενικότερα, στα επιστημονικά επιτεύγματα γνώρισε ρυθμούς που για τους παλιότερους ήταν αδιανόητοι. Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να περάσουμε από τη βάρκα που είχε το τιμόνι στο πλάι, στην καραβέλα µε το κυκλικό τιμόνι στο πίσω μέρος, από την αιολική ενέργεια στον κινητήρα εσωτερικής καύσης, ενώ σε λίγες δεκαετίες περάσαμε από το ζέπελιν στο αεροσκάφος, από τους έλικες στα τούρμπο κι από τα τούρμπο στους διαπλανητικούς πυραύλους. Μέσα σε λίγες δεκαετίες παρακολουθήσαμε το θρίαμβο της επανάστασης του Αϊνστάιν αλλά και την αμφισβήτησή της. Σ’ αυτόν τον αιώνα οι άνθρωποι έχουν υπονομεύσει πιο άμεσα την επιβίωση του πλανήτη. Ένας τέλειος χημικός μπορεί να φανταστεί ένα τέλειο αποσμητικό, έχει, όμως, τώρα πλέον τη γνώση για να καταλάβει ότι αυτό το τέλειο αποσμητικό θα προκαλέσει την τρύπα του όζοντος. Μοναδική παρηγοριά, μικρή για την ώρα, είναι ότι µόνο σ’ αυτόν τον αιώνα αναπτύχθηκε η οικολογία, δηλαδή η μελέτη του τρόπου µε τον οποίο πολλές και διαφορετικές επιστημονικές επεμβάσεις μπορούν να καταδικάσουν σε θάνατο τη Γη. Ο αιώνας υποφέρει από άγχος, επειδή δεν ξέρει από ποιον πρέπει να αμυνθεί και µε ποιον τρόπο: είμαστε πάρα πολύ ισχυροί, για να μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε τους εχθρούς µας. Ο αιώνας µας υπήρξε ο αιώνας του εμφράγματος».

Ειλικρινά, δεν μπορώ να ξέρω τι θα μπορούσε να πει ή τι πίστευε ο Έκο για τα προοπτικές της ηπείρου μας και του κόσμου γενικότερα, υπό τις παρούσες συνθήκες. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος και για το κατά πόσον θα αισθανόταν δικαιωμένος για τις προφητικές θέσεις του για το κύμα μετανάστευσης από την Αφρική (στο κείμενό του στα Σημειώματα, με τίτλο «Όταν η Ευρώπη θα γίνει Αφρο-Ευρώπη»). Ελπίζω ένα μέρος των απόψεών του σχετικά ε τη σύγχρονη πραγματικότητα να αποτυπωθεί στο τελευταίο του βιβλίο που αναμένεται να εκδοθεί ως την Άνοιξη και το οποίο ελπίζω να μεταφραστεί και στη γλώσσα μας. Μέχρι τότε απλώς αισθανόμαστε, ως ανθρωπότητα, λίγο φτωχότεροι.

ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ