Η ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ

Πολύ με συγκίνησε τελευταία μια εικόνα που είδα σε ένα βιβλίο από τα παλιά αναγνωστικά του δημοτικού. Παρίστανε μια γιαγιά που έλεγε παραμύθια στα εγγονάκια της δίπλα στο τζάκι. Μου έφερε στο νου μνήμες από την παιδική μου ηλικία, τότε που δεν είχαμε (στις αρχές της δεκαετίας του 70) όλοι τηλεόραση στο σπίτι και περνούσαμε τα βράδια μας ίσως λιγότερο τεχνολογικά, αλλά εξίσου ή και περισσότερο συναρπαστικά, με τη βοήθεια των παππούδων και των γιαγιάδων μας. Καθόμασταν δίπλα στη σόμπα (ή στο τζάκι όσοι διέθεταν τέτοιο) και ψήναμε κάστανα ή καλαμπόκια, ανάλογα με την εποχή, κάναμε το ψωμί «πυρωμάδες» και τους ακούγαμε να μας διηγούνται ιστορίες από τα παλιά ή να μας λένε παραμύθια, από τα πιο κλασικά (όπως η «Κοκκινοσκουφίτσα» και «Τα τρία γουρουνάκια») μέχρι πιο ευρηματικά (όπως η ιστορία με τον πασά που φύτεψε τη σούβλα του για να δείξει ότι δεν θα γίνει ποτέ επανάσταση). Ήταν ένας τρόπος να περνάει η ώρα μας, όταν δεν είχαμε σχολείο, αλλά και μια δυνατότητα ανθρώπινης επαφής με τους δικούς μας ανθρώπους και ειδικότερα με ανθρώπους που μας έβλεπαν με λίγο πιο μεγάλη επιείκεια απ’ ό,τι οι γονείς μας. Μπορεί να υστερούσε σε κακώς νοούμενη «γκλαμουριά», αλλά οπωσδήποτε υπερτερούσε σε ανθρωπιά και συναισθήματα ο τρόπος αυτός.

Πράγματι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες υπήρξαν για πάρα πολλούς αιώνες το στήριγμα κάθε κοινωνίας, από την μακρινή Ανατολή ως την εξίσου μακρινή Δύση. Με την ύπαρξή τους σε κάθε οικογένεια αποτελούσαν το εχέγγυο για την συνέχιση της παράδοσης κάθε φυλής αρχικά, κάθε εθνότητας και κάθε έθνους αργότερα. Μέσα από τους ηλικιωμένους περνούσαν από γενιά σε γενιά τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις, ενώ σε πολλά επαγγέλματα η διαδοχή στη θέση του μάστορα γινόταν από πατέρα σε γιο και από παππού σε εγγονό. Ο παππούς δασκάλευε τον εγγονό του, όσο ο πατέρας καταγινόταν με την τέχνη, ώστε, όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, εκείνος να πάρει τη θέση του. Οι γιαγιάδες εξάλλου, αναλάμβαναν την άτυπη διαπαιδαγώγηση των κοριτσιών στο νοικοκυριό, αλλά και στις δουλειές του κήπου και του χωραφιού, στην ύπαιθρο. Όλα αυτά, οπωσδήποτε, αναπαρήγαγαν μια κατεστημένη αντίληψη της κοινωνίας και έκαναν δύσκολη την εισαγωγή επαναστατικών αλλαγών, αλλά εκεί πια ήταν το αίμα των νέων που έβραζε, εκείνο που ερχόταν να εντάξει τις καινοτομίες στην κοινωνική πραγματικότητα.

Πολύ περισσότερο η εικόνα αυτή της δεμένης οικογένειας, αυτής όπου το δωμάτιο του εφήβου δεν επενοικιάζεται με την αναχώρησή του για το πανεπιστήμιο, αλλά παραμένει στη θέση του για να περιμένει τον ένοικό του όποτε επιστρέψει στα πάτρια, αυτής όπου οι γονείς ενισχύουν τα παιδιά τους ακόμα και αφού αυτά αποκτήσουν τη δική τους οικογένεια, αυτής όπου οι παππούδες και οι γιαγιάδες κατανέμουν την ήδη ισχνή σύνταξή τους με τρόπο ώστε να βοηθήσουν όσο το δυνατό περισσότερο τα εγγόνια τους, αυτής της οικογένειας η εικόνα είναι ταυτισμένη πολύ περισσότερο με την Ελλάδα, αλλά και με τους υπόλοιπους μεσογειακούς λαούς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια κουβέντα που είπε μια κυρία από το Μαρόκο (γιατρός η ίδια με τον άντρα της, με ένα παιδί με πολύ σοβαρή αναπηρία) όταν το έφερε η μοίρα να διασταυρωθούν οι δρόμοι μας στις αίθουσες μιας εντατικής μονάδας στο Σικάγο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. «Ευτυχώς που οι λαοί μας είναι μεσογειακοί και υπάρχουν ακόμα παππούδες και γιαγιάδες στους οποίους μπορούμε να στηριζόμαστε», είπε η μαροκινή μάνα στην ελληνίδα και το νόημα των λόγων της το κατάλαβαν πολύ καλά και οι δύο.

Η στήριξη που παρέχουν οι ηλικιωμένοι στους συγγενείς τους τεκμηριώνεται και από τους αριθμούς. Έρευνες δείχνουν ότι ένα στα δύο νοικοκυριά ζει με τη λεγόμενη «σύνταξη του παππού». Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό των νοικοκυριών, για τα οποία η κύρια πηγή εισοδήματος είναι η «σύνταξη του παππού», έχει αυξηθεί τα δύο τελευταία χρόνια και φτάνει το 52%.  η προοπτική νέων περικοπών στις συντάξεις έχει φέρει σε αδιέξοδο τους συνταξιούχους, ειδικά όσους με ήδη χαμηλές συντάξεις στηρίζουν άνεργα και απλήρωτα παιδιά. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο εικόνες: από τη μία, οι ηλικιωμένοι θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους αλλά δεν μπορούν όσο θέλουν. Από την άλλη, τα παιδιά τους πιέζουν να βοηθήσουν. Αυτό οδηγεί τους ηλικιωμένους σε εντάσεις και σε ψυχολογικό στρες, με αποτέλεσμα πολλοί να εμφανίζουν σημάδια κατάθλιψης. Σύμφωνα με μια έρευνα, από κατάθλιψη πάσχει ένας στους τρεις ηλικιωμένους. Δεν θα έπρεπε, ως κοινωνία, να κάνουμε κάτι γι’ αυτό;

Η παγκόσμια κοινότητα έχει θεσπίσει την 1η Οκτωβρίου ως παγκόσμια ημέρα ηλικιωμένων. Η ημέρα αυτή υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1990, για να αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους ηλικιωμένους, αλλά και να επισημάνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Στην χώρα μας, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία αναφέρει ότι ο πληθυσμός ηλικίας άνω των 60 ετών ξεπερνούσε το 2004 τα 2.547.000 άτομα, η δε πρόβλεψη για το άμεσο μέλλον είναι το 2020 να πλησιάζει το 24%. Με τα δημογραφικά δεδομένα, λοιπόν, που έχουμε, σε λίγα χρόνια, το ¼ των κατοίκων αυτής της χώρας θα ανήκει στην ευαίσθητη αυτή ομάδα! Εκ των πραγμάτων, οι άνθρωποι της Τρίτης Ηλικίας, αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της Ελληνικής Κοινωνίας. Παρά το ότι συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε αυτούς με τον όρο: «οι απόμαχοι της ζωής», οι ηλικιωμένοι σήμερα συμβάλλουν αποφασιστικά στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αφού στην  εποχή μας παίζουν έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο, μέσω του εθελοντικού έργου τους, της μετάδοσης των εμπειριών και των γνώσεών τους, της βοήθειας που δίνουν στα παιδιά τους αναλαμβάνοντας να φροντίζουν τα εγγόνια τους, αλλά και της αυξανόμενης συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας. Η Ελληνική Κοινωνία και η Ελληνική Πολιτεία, έχουν βαθύτατη υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους αυτούς, όχι μόνο για τη συνεχιζόμενη προσφορά τους, αλλά και για λόγους ευαισθησίας απέναντι σε μια ομάδα πολιτών που καθίστανται εκ των πραγμάτων όλο και πιο αδύναμοι. Έχουμε, λοιπόν, όλοι την υποχρέωση να φροντίζουμε για την ασφαλή και αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

 

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

Είναι κι αυτό ένα από τα καλά της τεχνολογίας η οποία δεν παύει να σου θυμίζει ότι μπορεί να αποτελεί το μάτι και το αφτί του αόρατου «μεγάλου αδελφού» από το μυθιστόρημα του Τζωρτζ Όργουελ (σχετικά με το θέμα αυτό μπορεί κανείς να δει και την προφητική ταινία του 1974 με τίτλο «Η συνομιλία», από το σκηνοθέτη του «Νονού» Φράνσις Φορντ Κόπολα, με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Τζην Χάκμαν), μπορεί όμως και να αποτελεί το μέρος εκείνο του εγκεφάλου μας που αποθηκεύει «άχρηστες» πληροφορίες, τις οργανώνει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο και μας τις παρουσιάζει όταν μπορεί να τις χρειαζόμαστε. Αναφέρομαι σε εκείνο το πρόγραμμα που παρουσιάζει τις διάφορες επετείους, παγκόσμιες μέρες του οτιδήποτε και γενικά οποιαδήποτε μέρα είναι αφιερωμένη σε κάτι που αξίζει να θυμόμαστε ή να γιορτάζουμε. Εκεί πληροφορήθηκα ότι η Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου έχει χαρακτηριστεί ως ημέρα των γλωσσών και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Λογική μου φάνηκε αυτή η σύνδεση. Όπως έχει πει και ο μεγάλος σοφός του 20ου αιώνα Ευάγγελος Παπανούτσος, πολιτισμοί χωρίς γλώσσα δεν πλάθονται, αλλά και γλώσσες χωρίς ισχυρό πολιτισμό να τις στηρίζει δεν μπορούν να σταθούν. Αυτό βεβαίως αφήνει να αιωρούνται αρκετά ερωτηματικά για την προοπτική και τη βιωσιμότητα της ελληνικής γλώσσας.

Η μητρική μας γλώσσα είναι κάτι που, όπως ακριβώς και οι γονείς μας, θεωρείται από, σχεδόν, όλους μας αυτονόητο ως ύπαρξη και παρουσία γύρω μας. Αυτή ξέρουμε, αυτή μαθαίνουμε ως πρώτο άκουσμα από την πρώτη στιγμή της γέννησής μας, μ’ αυτή μεγαλώνουμε και μ’ αυτή μιλάμε στα παιδιά μας. Η γλώσσα μας είναι λοιπόν κάτι δικό μας, κάτι που, όσο κι αν φαίνεται αυτονόητο, στην πραγματικότητα γίνεται αντιληπτό, και συνάμα γίνεται κατανοητή η αξία του, μόνο όταν το χάσουμε. Όσοι έχουν ταξιδέψει στο εξωτερικό καταλαβαίνουν πώς είναι να βρίσκεσαι ξαφνικά σε ένα χώρο όπου η γλώσσα σού είναι ξένη κι όχι οικεία, όπως καταλαβαίνουν τη χαρά που νιώθεις όταν βρεις κάποιον που μιλάει την ίδια γλώσσα με σένα. Γιατί, όπως είδαμε, η γλώσσα αντικατοπτρίζει και κάποιον πολιτισμό, μια κουλτούρα και την αντίστοιχη παράδοση που τη στηρίζει. Κάθε λαός που σέβεται τον πολιτισμό του, σέβεται και τη γλώσσα του. Την τιμά, την υποστηρίζει, τη θωρακίζει έναντι των άλλων γλωσσών και την προωθεί, με όποιον τρόπο μπορεί, στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η γνώση της εθνικής γλώσσας αποτελεί απαράβατο όρο για να βρει κάποιος εργασία. Στην Ελλάδα όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει! Αντιθέτως, απαραίτητο προσόν είναι η γνώση μιας, δύο ή και περισσότερων ξένων γλωσσών! Αυτό δείχνει αφενός πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η καλή γνώση της γλώσσας μας, άρα και του πολιτισμού μας, από όλους όσοι καλούνται να εργαστούν εδώ, αφετέρου πόσο σίγουροι νιώθουμε για την παντοδυναμία της (που προέρχεται από τη μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία της). Κι όμως δεν είναι έτσι. Η γλώσσα μας κινδυνεύει από πολλούς, ορατούς και μη κινδύνους.

Καταρχάς είναι η εισροή τόσων και τόσων ξενικών λέξεων. Επιπλέον παρουσιάζεται το φαινόμενο να απαξιώνουμε εμείς οι ίδιοι τη γλώσσα μας, επειδή δεν τη θεωρούμε ισότιμη με την προγονική μας αρχαία ελληνική. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο για το θέμα αυτό, παραπέμπω σε παλαιότερο άρθρο για τα αρχαία ελληνικά, όμως δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι οι νέοι μας εκφράζονται ποιητικά πολύ πιο εύκολα στην αγγλική απ’ ό,τι στα ελληνικά! Τέλος είναι η αίσθηση πως η ξένη γλώσσα μας είναι πιο χρήσιμη, δεδομένου ότι μπορεί να αποτελέσει πηγή εσόδων, ειδικότερα στον τομέα των τουριστικών επαγγελμάτων. Εδώ πια είναι που απορεί κανείς με τα παιχνίδια της μοίρας ή αυτών που καθορίζουν τις παγκόσμιες μέρες. Κι αυτό γιατί μια ακριβώς μέρα μετά την ημέρα γλωσσών και πολιτιστικής κληρονομιάς, τιμάται (στις 27 Σεπτεμβρίου) η παγκόσμια ημέρα Τουρισμού! Δε μπορώ  να καταλάβω το σημειολογικό νόημα αυτής της σύμπτωσης, δεδομένου ότι ο τουρισμός, στις χώρες όπου αναπτύσσεται ραγδαία και κυρίως σε εκείνες που βασίζονται κατά κύριο λόγο πάνω του για την ανάπτυξή τους, αποτελεί τον δούρειο ίππο, για να μην πω τον πολιορκητικό κριό για την άλωση του ντόπιου πολιτισμού και την υπονόμευση της μητρικής γλώσσας. Μπορεί να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα σε καιρούς όπου η κρίση οδηγεί σε φτώχεια την ελληνική κοινωνία, αλλά δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και το φαινόμενο της ξενομανίας, της τάσης δηλαδή των Ελλήνων, να υιοθετούν άκριτα τα πολιτισμικά στοιχεία που φέρνουν μαζί τους οι ξένοι, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, η ιδιαίτερη ταυτότητα του ελληνικού πολισμού.

Στο σημείο αυτό έρχεται να γίνει ακόμα πιο σπουδαία η ευθύνη της πολιτείας. Είναι αυτή (και μαζί της κι όλοι εμείς)  που έχει χρέος της να προστατέψει τη γλώσσα μας και να την προωθήσει με συγκεκριμένα μέτρα, αλλά, πρωτίστως με ουσιαστική επένδυση στην Παιδεία. Διότι  λαοί μικροί πρόκοψαν στους χώρους της ιστορίας, όταν με την παιδεία τους δημιούργησαν ένα ισχυρό σε ποσότητα και εκλεκτό σε ποιότητα «ανθρώπινο κεφάλαιο», με το οποίο θεμελίωσαν και επέβαλαν τη δύναμή τους. Αντίθετα, άλλα έθνη πολυάριθμα, με όλο που βρέθηκαν πάνω σε πλούσια εδάφη έμειναν και μένουν ακόμη κάτω από τη στάθμη του υψηλού πολιτισμού επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν ευτύχησαν να σχηματίσουν ένα σημαντικό «ανθρώπινο κεφάλαιο» και να το αξιοποιήσουν για να βγουν από το τέλμα της βαρβαρότητας. Οι Έλληνες, μέχρι τώρα, δείξαμε πως αντέχουμε στις επιθέσεις της βαρβαρότητας γιατί ποτέ δεν ντραπήκαμε για το βάρος της λαλιάς και του πολιτισμού μας. Μπορούμε λοιπόν να προωθήσουμε την ελληνική γλώσσα και μέσα από τον τουρισμό, εφόσον αποκτήσουμε τις κατάλληλες γνώσεις και τη σωστή εκπαίδευση. Οφείλουμε να φανούμε αντάξιοι της ιστορίας μας και να στηρίξουμε τη νέα ελληνική μας γλώσσα, αναδεικνύοντας τον πλούσιο πολιτισμό μας.

Κώστας Κωσταβασίλης