Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ 94 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Έχουν κλείσει, εδώ και λίγες μέρες 94 χρόνια από τη μέρα εκείνη που ο ελληνικός στρατός άφηνε πίσω του τη Μικρά Ασία και η Σμύρνη βίωνε μιας απίστευτης σκληρότητας καταστροφή, από τις 13 ως τις 17 Σεπτεμβρίου 1922, από τη στιγμή εκείνη, δηλαδή, κατά την οποία οι προαιώνιες ακτές της Ιωνίας που γέννησαν τον ελληνικό πολιτισμό, έγιναν οι «χαμένες πατρίδες» του ελληνισμού. Οι εικόνες της καταστροφής είναι ακόμα χαραγμένες στις μνήμες όσων τυχόν επιζούν, αλλά και στο νου όλων όσοι τις έχουν αντικρίσει αποτυπωμένες σε φωτογραφίες ή σε εικόνες της εποχής. Η Σμύρνη, το Αϊβαλί, τα Βουρλά, τα Μοσχονήσια, γνώρισαν πρώτα-πρώτα τη φρίκη της καταστροφής, από τα άτακτα σώματα των τσετών, αρχικά, από τον τουρκικό στρατό αργότερα. Η εικόνα της παραδομένης στις φλόγες Σμύρνης, με τις βάρκες να βουλιάζουν από τον κόσμο που προσπαθούσε να γλιτώσει από τους τούρκους, γεμίζει ρίγη ακόμα και τους νεότερους. Χιλιάδες ξεριζωμένοι πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, αρκετές χιλιάδες πάλι δημιούργησαν στρατιές αιχμαλώτων που οδηγήθηκαν στα βάθη της Μικράς Ασίας για να γνωρίσουν την αιχμαλωσία, και, πολλοί απ’ αυτούς, το θάνατο από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Σκηνές απανθρωπιάς που δε θά ‘πρεπε να τις αντιμετωπίζει κανένας άνθρωπος. Δικαιολογημένα λοιπόν οι πρόσφυγες, αλλά και το σύνολο του ελληνισμού αναζητούσαν τους υπευθύνους.
Το ερώτημα, «ποιος φταίει», υπήρξε έντονο στα χείλη των προσφύγων το 1992 και μετά, χωρίς ωστόσο να υπάρξει μέχρι σήμερα σαφής και πειστική απάντηση. Το βέβαιον είναι ότι ο μικρασιατικός πόλεμος, τελικά, και πολύνεκρος ήταν και κακότυχος αποδείχθηκε. Όντας εθνικός πόλεμος για τους Έλληνες και τους Τούρκους, αλλά αποικιακός για τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ζημίωσε κυρίως τη χώρα μας, αλλά και την Τουρκία ταυτόχρονα, άμεσα, έμμεσα και πολλαπλά. Η άμεση ζημία είναι ορατή και αυτονόητη: υλικές ζημιές, μυριάδες ανθρώπινες ζωές, βίαιος ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από τις εστίες τους. Η έμμεση, και για τους δύο λαούς, το ότι την ώρα της εξοντωτικής, ανάμεσά τους, αναμέτρησης, άλλοι, εχθροί και φίλοι, καρπώθηκαν άνετα ό,τι μπορούσαν: έδαφος, υπέδαφος, οικονομικές συμβάσεις κ.τ.λ.
Για την Ελλάδα, η τραγωδία της προσφυγιάς συνιστά σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα που άλλαξε ουσιαστικά την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας και του νεοελληνικού πολιτισμού. Είναι αυτονόητο ότι το ανθρώπινο αυτό κύμα, πάνω από 1.200.000 άνθρωποι, ανέτρεψε όλες τις ισορροπίες και τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας. Εκατό χρόνια μετά την επανάσταση του 1821, το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε σε μια νέα αρχή. Η πολιτική αστάθεια, τα μίση του διχασμού, οι επεμβάσεις του στρατού, συσκοτίζουν το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της διοίκησης, στην πραγματικότητα, όμως, η αντίδραση του κρατικού μηχανισμού ήταν μάλλον επαρκής σε σύγκριση με το μέγεθος του προβλήματος, καθώς η αποκατάσταση των προσφύγων προχώρησε με σχετικά γρήγορους ρυθμούς. Διάφορα τοπωνύμια με ποικίλη σύνθεση και περιεχόμενο (Νέα Σμύρνη, Νέα Κερασούντα, Νέα Φιλαδέλφεια κ.τ.λ.) θυμίζουν τους τόπους καταγωγής του μικρασιατικού ελληνισμού.
Αυτοί που έγιναν πρόσφυγες και ξανάρχισαν τον αγώνα της αναδημιουργίας, αυτοί ήταν οι πιο τυχεροί της μεγάλης τραγωδίας, από την άποψη ότι διασώθηκαν. Έμειναν όμως με τον μεγάλο καημό και την αγιάτρευτη ελπίδα. Η νοσταλγία για τις «χαμένες πατρίδες» υπήρξε σύντροφος και καημός ζωής για την πρώτη γενιά των προσφύγων. Ωστόσο η επιστροφή που προσδοκούσαν δεν έγινε ποτέ.     Οι πρόσφυγες, ωστόσο, εγκατεστημένοι στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, κατάφεραν να μετατρέψουν τον πόνο σε δημιουργία, τη συμφορά τους σε παράγοντα θετικό για την ελληνική ζωή. Ενίσχυσαν εθνολογικά περιοχές με αραιούς πληθυσμούς, έδωσαν ώθηση στη βελτίωση της γεωργικής οικονομίας, πρόσφεραν πολλά στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου με το επιχειρηματικό τους πνεύμα, τις γνώσεις, τη μόρφωση και την καλλιέργειά τους, διακρίθηκαν αργότερα στην οικονομική, πολιτική και πνευματική ζωή του τόπου. Πέρα από τις επιτυχείς ή ανεπιτυχείς προσπάθειες των αρχών για αποκατάσταση των ξεριζωμένων, θεμέλιο της προσπάθειας για ανασυγκρότηση του έθνους ήταν η διάθεση των ανθρώπων αυτών να εργαστούν σκληρά για να ξαναδημιουργήσουν αυτά που έχασαν μέσα στην καταστροφή.
Σήμερα, τις πόρτες της χώρας μας χτυπούν ξανά μερικές χιλιάδες πρόσφυγες, προσδοκώντας να σωθούν από τη δίνη ενός φριχτού και ανελέητου πολέμου. Οπωσδήποτε δεν μπορούν να γίνουν άμεσοι και ευθείς παραλληλισμοί των προσφύγων του τότε με τους πρόσφυγες του σήμερα, για πολλούς και διάφορους λόγους. Καταρχάς οι πρόσφυγες του 1922 προέρχονταν από έναν πόλεμο που άγγιζε άμεσα την ψυχή αλλά και την πολιτική ευθιξία των ελλήνων της εποχής, δεδομένου ότι επρόκειτο για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 που έληξε με ήττα του ελληνικού στρατού και αποχώρησή του από τη Μικρά Ασία. Επιπλέον ο εχθρός που καταδίωκε τους πρόσφυγες δεν ήταν άλλος από τη γειτονική χώρα με την οποία υπήρχαν αρκετές εν εξελίξει διαφορές (επανάσταση, κρητικό, βαλκανικοί πόλεμοι, πρώτος παγκόσμιος). Αντιθέτως σήμερα ο πόλεμος δεν μας πολύ-αγγίζει, δεδομένου ότι συντελείται αρκετά μακριά από τα σύνορά μας, τα οποία έχουμε την πολυτέλεια να τα θεωρούμε απρόσβλητα μέσα στην ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, τότε οι πρόσφυγες ήταν άνθρωποι με κοινή καταγωγική προέλευση, με γλώσσα στη βάση της ελληνική (ακόμα κι όταν μιλούσαν διαλέκτους), με πολιτισμό που αποτελούσε τη βάση του νεοελληνικού, με κοινή θρησκευτική συνείδηση και ελληνοκεντρική κουλτούρα. Ήταν, επομένως πολύ πιο εύκολο να οδηγηθεί σταδιακά το έθνος στην αποδοχή τους, ακόμα κι αν χρειάστηκε μια εικοσαετία περίπου ή και λίγο περισσότερο.
Το γεγονός, όμως, ότι οι πρόσφυγες που συνωστίζονται στα κέντρα φιλοξενίας της χώρας μας δεν έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εκ των προτέρων άρνηση μιας προοπτικής ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία μας. Οπωσδήποτε βρισκόμαστε μπροστά σε συνθήκες πρωτόγνωρες που απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό και ανάλογη προετοιμασία. Κι αυτό γιατί για σχεδόν 200 χρόνια τώρα οι Έλληνες έχουμε συνηθίσει στην ταύτιση του κράτους με το έθνος, στη διαμόρφωση ενός εθνικού κράτους, χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των πολιτών του ως προς την πολιτισμική συγκρότηση. Ελληνορθόδοξος πολιτισμός, ελληνική γλώσσα και χριστιανική κουλτούρα αποτελούν τα συνεκτικά στοιχεία του ελληνικού κράτους για δύο αιώνες τώρα και είναι σχεδόν αδύνατον να μπορέσει να διαμορφωθεί μια νέα κουλτούρα αποδοχής του διαφορετικού μέσα σε λίγους μήνες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να ξεκινήσουν προσπάθειες οι οποίες θα πρέπει να βασιστούν σε ευρύ κοινωνικό διάλογο, αλλά και σε αναμόρφωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ώστε να εμπεδωθεί μια παιδεία ανοιχτών οριζόντων στους νέους, με βάση την ελληνική γλώσσα και την νεοελληνική παράδοση (ήθη, παραδόσεις, λογοτεχνική παραγωγή, δημοτική ποίηση κ.λπ.). Το πρόβλημα είναι ότι για όλα αυτά, εκτός από καλή θέληση, πολιτική βούληση και μεράκι, χρειάζονται σχέδιο, πολιτική γενναιότητα και χρήμα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται η Ελλάδα έχει φτωχύνει σε όλα αυτά.

Κώστας Κωσταβασίλης