Skip to content

Κάθε χρόνο στις 18 Οκτωβρίου λαμβάνει χώρα η Πανευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων (EU Anti-Trafficking Day), με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να αναδείξει την ανάγκη για πιο αποτελεσματικά μέτρα στην πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ενός από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η εμπορία ανθρώπων, γνωστή και με τον αγγλικό όρο trafficking, έχει ως αντικείμενα κυρίως την εξαναγκαστική εργασία στην ιδιωτική οικονομία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την αφαίρεση οργάνων και ιστών του σώματος. Είναι μια διεθνοποιημένη επικερδής επιχείρηση, με τζίρο 24 δισεκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο. Έχει υπολογισθεί ότι κάθε χρόνο 21 εκατομμύρια άνθρωποι πέφτουν θύματα του trafficking, οι 800.000 στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιλάμε δηλαδή για ένα σύγχρονο δουλεμπόριο νέου τύπου που αφορά έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων και που προσπορίζει τεράστια κέρδη στους παράνομους εγκεφάλους που το στηρίζουν.

Σύμφωνα μάλιστα με την παγκόσμια έκθεση για την εμπορία ανθρώπων, του ΟΗΕ, η πιο συνηθισμένη μορφή εμπορίας ανθρώπων (79%)  είναι η σεξουαλική εκμετάλλευση. Τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι κυρίως γυναίκες και μικρά κορίτσια. Έκπληξη προκαλεί  το γεγονός ότι στις  χώρες που παρείχαν πληροφορίες για το φύλο των εμπόρων (30%) η  πλειοψηφία τους είναι γυναίκες. Στη Ανατολική  Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, το 60% των καταδικασθέντων για εμπόριο ανθρώπων είναι γυναίκες. Η δεύτερη πιο συνηθισμένη μορφή εμπορίας ανθρώπων είναι η καταναγκαστική εργασία (18%). Η διαλεύκανση και καταγγελία των περιπτώσεων καταναγκαστικής εργασίας είναι πολύ πιο σπάνια από τις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι  το φαινόμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι πολύ ορατό στις πόλεις ενώ η  καταναγκαστικής εργασίας δε φαίνεται.  Πόσα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα εξαναγκάζονται να εργάζονται σκληρά στα σκλαβοπάζαρα, τα χωράφια, τα ορυχεία ή βρίσκονται παγιδευμένα στην  οικιακή δουλεία; Ο αριθμός τους σίγουρα θα αυξηθεί καθώς η οικονομική κρίση μεγαλώνει τον κύκλο των εν δυνάμει θυμάτων ενώ η ζήτηση φτηνών αγαθών και υπηρεσιών αυξάνεται συνεχώς. Επισημαίνεται, τέλος, ότι Το 20% των θυμάτων της εμπορίας ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι παιδιά, πράγμα ιδιαιτέρως ανησυχητικό για το μέλλον της κοινωνίας μας.

Όλα αυτά συμβαίνουν όταν υποτίθεται ότι στις μέρες μας έχει εκλείψει η δουλεία και ο σύγχρονος πολιτισμός, με τη χριστιανική ηθική και διδασκαλία να κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος της υφηλίου, δεν αποδέχεται ως φυσιολογικό το γεγονός ένας άνθρωπος να μπορεί να γίνεται αντικείμενο αγοραπωλησίας από άλλους συνανθρώπους του. Τι κι αν η συναλλαγή δεν γίνεται πλέον νόμιμα (όπως γινόταν επί δουλοκτητικής κοινωνίας) με συμβόλαια και δημόσιες προσφορές; Η παράνομη διακίνηση, με τις νομότυπες ή νομιμοφανείς διαδικασίες μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Δεν μπορώ, για παράδειγμα, να εντοπίσω μεγάλη διαφορά μεταξύ μιας αγοραπωλησίας δούλων του 18ου αιώνα και μιας τυπικής δήθεν παραχώρησης της κηδεμονίας ενός παιδιού από τον γονέα σε κάποιον επιτήδειο ο οποίος κατόπιν θα το εκμεταλλεύεται προσδοκώντας να πάρει πίσω στο πολλαπλάσιο τα χρήματα που έδωσε για να εξασφαλίσει την δήθεν κηδεμονία! Ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί χωρίς να εθελοτυφλεί ότι δεν παρουσιάζει ομοιότητες η κατάσταση της δουλείας με την περίπτωση της παρακράτησης των διαβατηρίων από νεαρές κοπέλες ώστε να μη μπορούν να ξεφύγουν από τις συνθήκες αναγκαστικής εκμετάλλευσης στις οποίες τις υποβάλλουν οι σύγχρονοι δουλέμποροι!

Αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται και δεν ευαισθητοποιείται η πλειοψηφία της κοινωνίας μας από αυτό το φαινόμενο, πώς γίνεται και άνθρωποι υπεράνω πάσης υποψίας διακινούν με αρκετά μεγάλη   άνεση ανθρώπινες ψυχές, τη στιγμή κατά την οποία (ειδικά αν λένε ότι είναι και χριστιανοί) θα έπρεπε να προστατεύουν το αγαθό της ανθρώπινης ζωής. Πώς μπορεί το χρήμα, ο πλούτος και η λάμψη τους να κινητοποιεί τα χαμηλότερα ένστικτα αυτών των ανθρώπων, πώς γίνεται η φτώχεια, η δυστυχία, η απελπισία και η απόγνωση να οδηγήσουν οποιονδήποτε σε πράξεις που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα διανοούνταν να διαπράξει. Είναι προφανές πως χρειάζεται ακόμα πολύς αγώνας στο επίπεδο της νοοτροπίας, αλλά, κυρίως, της καταπολέμησης των γενεσιουργών αιτίων για να πάψουν να τίθενται ερωτήματα όπως αυτά. Όπως τονίζεται και στην Έκθεση του ΟΗΕ, υπάρχουν ισχυρές διεθνείς συμφωνίες που διασφαλίζουν ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι αντικείμενο προς πώληση. Στην ίδια Έκθεση γίνεται έκκληση προς όλες τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν τις συμφωνίες αυτές. Απευθύνεται επίσης έκκληση στις κυβερνήσεις και τους κοινωνικούς επιστήμονες να βελτιώσουν άμεσα τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών για την εμπορία ανθρώπων. «Πρέπει να εξετάσουμε σχολαστικά το πρόβλημα προκειμένου να καταπολεμήσουμε τις διάφορες μορφές του. Εάν δεν ξεπεράσουμε αυτή την κρίση γνώσης, θα καταπολεμούμε  το πρόβλημα ‘στα τυφλά’», τονίζεται. Τέλος καλούνται οι κυβερνήσεις, ο ιδιωτικός τομέας και το ευρύ κοινό να εντείνουν τον αγώνα τους κατά της εμπορίας ανθρώπων.

Στην Ελλάδα η πολιτεία έχει ήδη ξεκινήσει έναν αγώνα, με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που διαθέτουν οι κρατικές δράσεις (γραφειοκρατικά κωλύματα, νομοθετικές αβλεψίες, ελλιπής χρηματοδότηση κ.λπ.), ενώ κρατικά ιδρύματα και Μ.Κ.Ο. δραστηριοποιούνται έντονα προς αυτόν τον τομέα. Οι απλοί πολίτες, όμως, τι μπορούμε να κάνουμε; Το να ενημερωθούμε σχετικά με το θέμα είναι ένα πρώτο βήμα, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν έχει την προβολή που έχουν άλλες δραστηριότητες ανάλογης υφής, όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να αναλογιστούμε όλοι τις ευθύνες μας, δεδομένου ότι όπως τονίζει ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα, κ. Αντόνιο-Μαρία Κόστα, «είναι νοσηρό ότι στον 21ο αιώνα συντάσσουμε  μια έκθεση για το δουλεμπόριο. Οφείλουμε να κάνουμε πολλά περισσότερα για την προστασία των θυμάτων εμπορίας, να αυξήσουμε το ρίσκο  για τους εμπόρους και να μειώσουμε τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από τους  σύγχρονους σκλάβους».

Κώστας Κωσταβασίλης