Skip to content

Η είδηση προερχόταν από το περιοδικό «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής. Η εταιρεία «Φουνάι», έγραφε,(εταιρεία που κατασκευάζει ηλεκτρονικά και αναλώσιμα ακόμα και για την εταιρεία εκτυπωτών Λέξμαρκ) ανακοίνωσε το κλείσιμο του εργοστασίου της κατασκευής βίντεο. Οι περίπου 750.000 πωλήσεις της το χρόνο δεν μπορούσαν να κρατήσουν στη ζωή το εργοστασιακό συγκρότημα το οποίο, στις «καλές εποχές» του βίντεο πουλούσε έως και 15.000.000 κομμάτια το χρόνο. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνουν σχεδόν όλοι στον όρο «είδηση» (κάτι έξω από τα φυσικά ή τα συνηθισμένα για τον άνθρωπο πλαίσια), η αναφορά αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει είδηση με διττό τρόπο. Καταρχάς μόνο και μόνο διότι μας πληροφορεί ότι ως τώρα όχι μόνο υπήρχε εργοστάσιο παραγωγής βίντεο κάπου στον κόσμο (το γεγονός ότι η εταιρεία είναι γιαπωνέζικης προέλευσης δε σημαίνει ότι το εργοστάσιο ήταν στην Ιαπωνία), αλλά και ότι υπήρχε πληθυσμός (μικρός βέβαια) που τα αγόραζε! Αυτό από μόνο του αρκεί για να συγκροτήσει είδηση στην εποχή του διαδικτύου, των μικροαποθετηρίων μνήμης (στικάκια) Γιου-Ες-Μπι, των δίσκων οπτικής σάρωσης (Ντι-Βι-Ντι) και όλων των άλλων τεχνολογικών θαυμάτων της εποχής μας.

Στην πραγματικότητα και το βίντεο ήταν ένα θαύμα της εποχής του, όταν πρωτοεμφανίστηκε ως εργαλείο για τους επαγγελματίες της τηλεόρασης τη δεκαετία του 50. Στη δεκαετία του 80 κυριάρχησε και ως οικιακή συσκευή, δημιουργώντας μάλιστα και επαγγέλματα (βιντεοκλάμπ, εταιρείες παραγωγής βίντεο κ.λ.). Σταδιακά, όμως, με την εφεύρεση των δίσκων οπτικής σάρωσης (Σι-Ντι και Ντι-Βι-Ντι) αλλά και των άλλων χώρων αποθήκευσης πληροφοριών, με την επέκταση του διαδικτύου και την εμφάνιση σελίδων όπου βλέπει κανείς ή μεταφορτώνει («κατεβάζει») ταινίες δωρεάν ή με μικρή συνδρομή, το βίντεο έχασε την αρχική του δυναμική και σταδιακά πέρασε στη λήθη, μαζί με μια σειρά άλλα τεχνολογικά θαύματα του παρελθόντος (κασέτες και κασετόφωνα, γουώκμαν, βιντεοπαιχνίδια Ατάρι, κονσόλες, πικάπ, δίσκοι βινυλίου κ. α.). Και τελικά, μου φαίνεται ότι η κατάληξη αυτή αποδεικνύει ότι μάλλον είχε δίκιο ο μεγάλος σοφός της εποχής μας, Ουμπέρτο Έκο, όταν διαπίστωνε ότι το μόνο εργαλείο γνώσης που δεν μπορεί να αλλάξει από τη στιγμή που διαμορφώθηκε όπως είναι και το οποίο μπορεί να το χρησιμοποιεί ο καθένας όποτε θέλει και όπως θέλει, οπουδήποτε χωρίς καμία τεχνολογική υποδομή είναι το βιβλίο!

Παρόλα αυτά, το βιβλίο τείνει να εξοβελιστεί από την καθημερινότητα της νεολαίας μας η οποία μαγεύεται από την κυριαρχία του διαδικτύου και των εικόνων. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς αν αυτές οι εικόνες και το συνακόλουθο σύστημα που μέσω του διαδικτύου τις διακινεί σε όλον τον κόσμο, δεν μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνον μηχανισμό αποπροσανατολισμού των πολιτών, αλλά πολύ περισσότερο μηχανισμού ελέγχου των μαζών. Για τον αποπροσανατολισμό με έκανε να αναρωτιέμαι μια πολύ πρόσφατη εικόνα που έκανε το γύρο του διαδικτύου. Αναφέρομαι στον ατυχή Γάλλο βαδιστή των Ολυμπιακών αγώνων, ο οποίος στα 50 χλμ βάδην, και ενώ προπορευόταν αρκετά από τους συναθλητές του, είχε μια εντερική διαταραχή που κατέληξε σε άτυχη στιγμή για τον ίδιο και σε παρολίγον λιποθυμία του. Οι υπεύθυνοι βοήθησαν τον αθλητή και του συνέστησαν να σταματήσει, όμως αυτός δεν το έβαλε κάτω, νίκησε το πρόβλημα υγείας αυτό αλλά και τη φυσική κόπωση που συνεπαγόταν η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε και, παρότι κινδύνευσε με κατάρρευση άλλη μία φορά, συνέχισε τον αγώνα του και τερμάτισε στην τιμητικότατη για το είδος του αγωνίσματος 8η θέση. Ένα μεγάλο μάθημα θέλησης και αγωνιστικότητας θα μπορούσε να πει κανείς, αν δεν κυριαρχούσε η εικόνα της άτυχης στιγμής ακόμα και σε έγκυρες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες με αποτέλεσμα ο επισκέπτης των σελίδων να μη στέκεται στο βαθύτερο νόημα του γεγονότος, αλλά στην επιφάνειά του. Δεν συνιστά αποπροσανατολισμό κάτι τέτοιο;

Σε ό,τι αφορά τον μηχανισμό ελέγχου με προβλημάτισε ένα άλλο βιντεάκι του διαδικτύου, με έναν υποτιθέμενο «μάγο» να καλεί σε μια σκηνή στην πλατεία των Βρυξελλών διάφορους περαστικούς και με δήθεν αυτοσυγκέντρωση να τους αναφέρει πράγματα που αφορούσαν την προσωπική τους ζωή από το τι ήπιαν το προηγούμενο βράδυ και πού μένουν, μέχρι τον αριθμό της πιστωτικής τους κάρτας και το υπόλοιπο του τραπεζικού τους λογαριασμού! Εμβρόντητοι οι υφιστάμενοι το «μαγικό» άγγιγμα, μάθαιναν αμέσως μετά ότι όλες αυτές τις πληροφορίες διοχέτευε στον «μάγο», μέσω ασύρματου ακουστικού, μια ομάδα «χακεράδων» που τις έβρισκε (εύκολα ή δύσκολα) στο διαδίκτυο. Δεν πρέπει να μας κάνει να ανησυχούμε αυτή η ευκολία ανεύρεσης και χρήσης των προσωπικών μας στοιχείων από τον οποιονδήποτε; Πολύ περισσότερο που όλο και πιο πολύ οι συναλλαγές μας γίνονται μέσα από το δίαυλο της τεχνολογίας, από την υποβολή ενός βιογραφικού για δουλειά ή μιας εργασίας, μέχρι τις τραπεζικές πληρωμές, αγορές με πιστωτικές κάρτες και υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Τι μπορεί να συμβεί αν όλες αυτές οι πληροφορίες που μας αφορούν και κυκλοφορούν στο διαδίκτυο βρεθούν στα χέρια ασυνείδητων ή επικίνδυνων ανθρώπων; Ακόμα χειρότερα τι θα μπορούσε να συμβεί αν κάποια εξουσία αποφάσιζε να εκμεταλλευτεί την ισχύ αυτών των πληροφοριών; Ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραψε μια τέτοια κοινωνία στο μυθιστόρημά του με τον τίτλο «1984». Οι περιγραφές του θυμίζουν αρκετά τη σύγχρονη κοινωνία και την τάση για ομοιομορφία και έλεγχο (συναλλαγών, ειδήσεων, ενημέρωσης, οικονομίας κ.λπ.) που κυριαρχεί.

Ένα παράδειγμα μπορεί να μας δώσει η είδηση που αναφέρεται στο «Βήμα της Κυριακής», εφόσον αληθεύει. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, των διαφόρων βάσεων δεδομένων από τράπεζες, εφορίες, υποθηκοφυλακεία, κτηματολόγιο κ.τ.λ, αλλά και στοιχείων που θα αντληθούν ακόμη και από εφαρμογές social media (Facebook, Instagram κ.τ.λ.) οι φοροελεγκτές της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, του ΣΔΟΕ και άλλων κρατικών υπηρεσιών θα πληκτρολογούν έναν ΑΦΜ και μέσα σε 24 ώρες το ίδιο το σύστημα, χωρίς να υπάρχει ανθρώπινη παρέμβαση θα αντλεί από πολλές και διαφορετικές πηγές πληροφόρησης αρκετά στοιχεία και θα βγάζει ένα μήνυμα: Να συνεχιστεί ή όχι ο φορολογικός έλεγχος. Ποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν θα χρησιμοποιηθεί για κάτι πέρα από αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε; Η εποχή μας δυστυχώς δεν φαίνεται να μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις.