Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 42 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ

Η Κυριακή που μας πέρασε ήταν πραγματικά μια από τις σημαντικότερες, ίσως, επετείους στη σύγχρονη ιστορία της χώρας  μας. Στις 23 Ιουλίου 1974 η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου, υπό το βάρος της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, κατέρρευσε. Οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία στους πολιτικούς και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός της χώρας, επικεφαλής της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η εποχή της «Μεταπολίτευσης», η τελευταία, δηλαδή, περίοδος της πολιτικής ιστορίας του ελληνικού κράτους. Πρόκειται για μια επέτειο η οποία δεν πολυγιορτάζεται και είναι απορίας άξιον το γιατί. Πολύ περισσότερο από την 28η Οκτωβρίου, η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας είχε τελικά θετικό αποτέλεσμα και συνέβαλε τόσο στην παγίωση της εθνικής ομοψυχίας, όσο και στην επούλωση των τραυματικών εμπειριών που είχε αφήσει πίσω του ο εμφύλιος και η μετεμφυλιακή περίοδος. Σε σύγκριση με την 25η Μαρτίου, υστερεί σε ηρωισμό και ιστορικότητα, υπερτερεί όμως σε αλήθεια και ιστορική εγκυρότητα. Μήπως τελικά η μη ανάδειξη της 24ης Ιουλίου σε λαμπρή επέτειο της Ελλάδας οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε η μετάβαση στη δημοκρατία και στο γεγονός ότι ταυτίζεται χρονικά με τη άνανδρη εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο; Θα μπορούμε να δώσουμε μια πιο σαφή απάντηση, αν θυμηθούμε τα γεγονότα.
Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974. Η Τουρκία υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για εισβολή, αλλά για «ειρηνική επέμβαση», με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974). Οι κάτοικοι βρέθηκαν στο έλεος των εισβολέων. Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν. Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς ήταν ανεξήγητα αργοπορημένη και έδωσε τη δυνατότητα στους Τούρκους να παγιώσουν τις θέσεις τους. Στην Αθήνα, η κυβέρνηση κηρύσσει γενική επιστράτευση, η οποία εξελίσσεται σε φιάσκο. Αργά το βράδυ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εκδίδει ψήφισμα, με το οποίο καλεί σε κατάπαυση του πυρός και σε αποχώρηση από την Κύπρο του «ξένου στρατιωτικού δυναμικού». Παρά την ομόφωνη έγκρισή του, αγνοείται από την Τουρκία. Η διεθνής αντίδραση κατά του «Αττίλα» είναι  χλιαρή.
Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν υποχείριο του «αόρατου δικτάτορα» Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν ανίκανη να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Έτσι, η προσφυγή στους πολιτικούς ήταν μονόδρομος για τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Το πρωί της 23ης Ιουλίου, οι αρχηγοί των σωμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων σε σύσκεψη με τον χουντικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Γκιζίκη πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Π. Κανελλόπουλο, ο οποίος έλαβε προθεσμία έως τις 8 το βράδυ να ανακοινώσει τη σύνθεσή της. Στις 6:30 το απόγευμα, ο Ε. Αβέρωφ, με υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την άρση της εντολής που του είχε ανατεθεί. Στις 8 το βράδυ επαναλήφθηκε η σύσκεψη με τους πολιτικούς αρχηγούς και επικυρώθηκε η απόφαση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κ. Καραμανλή, ο οποίος αφίχθη το πρωί της 24ης Ιουλίου κι έγινε δεκτός από πλήθος πολιτών. Στις 4 το πρωί, ο Κ. Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός και το μεσημέρι της ίδιας μέρας ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησής του.
Τι θα έπρεπε, επομένως, να θυμόμαστε αν καθιερώναμε την 24η Ιουλίου ως εξίσου λαμπρή επέτειο με τις υπόλοιπες εθνικές επετείους;; Την ανικανότητα της χώρας να υπερασπιστεί το αμυντικό της δόγμα σε σχέση με την Κύπρο, την οικειοθελή αποχώρηση των στρατιωτικών όταν διαπιστώθηκε αυτή η ανικανότητα, την αδυναμία μας να αντιδράσουμε στα σχέδια των «συμμάχων» μας, όταν αντιληφθήκαμε ότι μας υπονόμευαν, την αδυναμία του πολιτικού προσωπικού που βρισκόταν στην Ελλάδα να αντιδράσει άμεσα και αποτελεσματικά στην υποχώρηση των στρατιωτικών. Όλα αυτά δεν κολακεύουν την εθνική μας υπερηφάνεια ούτε ικανοποιούν τη ματαιοδοξία μας ως χώρα. Επομένως καλό θα ήταν να μην τα φέρνουμε τόσο συχνά στο νου μας.
Άλλωστε και η μετέπειτα πορεία της δημοκρατίας μας μήπως δικαιολογεί εύσημα και μεγάλες εκδηλώσεις για την περίοδο της «Μεταπολίτευσης»;  Η Ελευθερία έκφρασης και γνώμης μετατράπηκε σε μια επίφαση ελευθερίας, όπου, βέβαια, δεν υπάρχει ο φόβος του χωροφύλακα, αλλά καιροφυλακτούν οι κάμερες των μέσων, επικρατεί βομβαρδισμός υπερπληροφόρησης και όποιος δε συμμορφώνεται με την επικρατούσα αντίληψη, την «κοινή γνώμη», θεωρείται εξοβελιστέος. Η Παιδεία, από την άλλη, με το πρόσχημα της ισότητας στην πρόσβαση για όλους στην Ανώτατη Εκπαίδευση, μετατράπηκε σε μιαν ανούσια συσσώρευση παπαγαλίστικων γνώσεων, με δασκάλους που τελικά έφτασαν να λειτουργούν ως διεκπεραιωτές ύλης παραμένοντας καθηλωμένοι σε μικρούς μισθούς, ελλιπή επιμόρφωση, ανεπαρκή υλικοτεχνική υποδομή. Αλλά και αυτή η βολεμένη ζωή, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, το ΨΩΜΙ του συνθήματος στο Πολυτεχνείο, που έγινε παντεσπάνι με τη βοήθεια των δανείων και των χρημάτων από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μήπως χρησιμοποιήθηκε για να ενισχυθούν τα άλλα δύο σκέλη του συνθήματος; Τουναντίον, παραδομένοι στην ψευδεπίγραφη ευδαιμονία μας το ρίξαμε έξω, χωρίς, για παράδειγμα, αναδιαρθρώσεις καλλιεργειών, αλλά με μερσεντές και καταθέσεις στο εξωτερικό και ομόλογα, χωρίς σοβαρές επενδύσεις στη βιομηχανία ή την έρευνα αλλά με ίδρυση εκατοντάδων οργανισμών και Ν.Π.Δ.Δ., για να βολευτούν αρκετοί ημέτεροι, υμέτεροι και σφέτεροι.
Τελικά που κατέληξε όλη αυτή η ψεύτικη ελευθερία μας; Η χώρα να χρωστάει τα μαλλιοκέφαλά της χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε ποιος θα ήταν ο καλύτερος για τους πολίτες της τρόπος να ξεχρεώσει, οι μαθητές να μισούν το σχολείο και να το βλέπουν σαν την ώρα που θα χαλαρώσουν από τις πραγματικές τους υποχρεώσεις, ενίοτε καταλαμβάνοντάς το, και οι πολιτικοί μας να μη μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδουριών άχερα και να συμφωνήσουν σε έναν εκλογικό νόμο που θα αποτυπώνει τη βούληση του λαού, την ώρα που συμφωνούν αναντίρρητα σε ό,τι τους επιβάλλεται από δανειστές, εταίρους, συνεταίρους και λοιπούς τοκογλύφους. Την ίδια στιγμή ο νεοφασισμός εκτρέφεται από τη φτώχεια και την απογοήτευση, η απανθρωπιά εξαπλώνεται και η χώρα χάνει σταδιακά την ταυτότητά της και την πολιτισμική της αυτοσυνείδηση. Πώς θα μπορέσει η δημοκρατία να ανταποκριθεί; Χρειάζεται κοινή προσπάθεια και συνεννόηση πρωτίστως από τους πολιτικούς μας. Αλλά εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα μάλλον πρέπει και ο Θεός να βάλει το χέρι Του.