ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ «ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ» ΣΤΗΝ ΑΘΟΑ

Έχω αναφερθεί στο παρελθόν στο γεγονός ότι η ύπαρξη και λειτουργία της Α.Θ.Ο.Α., σε όλη την περίοδο της λειτουργίας της, συνέβαλε τα μέγιστα στην αναβάθμιση του θεάτρου στην πόλη μας, σε σημείο που ο μέσος αρτινός θεατής να μην ξεγελιέται από τις ευκολίες της μπαλαφάρας στην οποία κατέφευγαν στο παρελθόν πολλοί αθηναϊκοί θίασοι για να βγάλουν εύκολο χρήμα στην επαρχία. Εναλλάσσοντας το ελληνικό ρεπερτόριο (με παλιούς, αλλά και νέους θεατρικούς συγγραφείς σε δράματα αλλά και κωμωδίες) με το ποιοτικό ξένο (από κλασικούς όπως ο Μολιέρος μέχρι σύγχρονους όπως ο Θόρντον Ουάιλντερ), η Α.Θ.Ο.Α. δείχνει ότι αγαπά πρωτίστως το ποιοτικό θέατρο, σε όλες του τις εκφάνσεις. Φέτος τολμά να πάει ένα βήμα ακόμα πιο πέρα, ανεβάζοντας όχι μια συμβατικού τύπου παράσταση, αλλά μια σπονδυλωτή αφήγηση από 16 μονόπρακτα συν μία αφήγηση ενός πολύ δημοφιλούς αλλά σχετικά «σκοτεινού» ως προς την ανάγνωσή του νομπελίστα συγγραφέα, του Χάρολντ Πίντερ.

Ομολογώ ότι ο Πίντερ, παρόλο που είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους έλληνες σκηνοθέτες, δεν μου ήταν ιδιαιτέρως συμπαθής. Όχι ως προσωπικότητα, καθόσον υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένα βαθύτατα πολιτικοποιημένο άτομο που μαχόταν για τα ανθρώπινα δικαιώματα κόντρα στις πολιτικές σκοπιμότητες των μεγάλων δυνάμεων (ακόμα και της χώρας του), αλλά ως θεατρική γραφή. Κι αυτό διότι ο Πίντερ είναι κρυπτικός συγγραφέας, με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και ένα χιούμορ, μαύρο και ανατρεπτικό, αλλά βαθύτατα αγγλικό σε σημείο που να μην γίνεται πάντοτε αντιληπτό. Με άλλα λόγια είναι ένας «δύσκολος» συγγραφέας που σε καλεί να προβληματιστείς με τα έργα του κι όχι απλώς να διασκεδάσεις. Στα έργα του κυριαρχεί η σύζευξη του ρεαλιστικού με το φανταστικό και το ονειρικό στοιχείο. Με τις παύσεις του, που εντάσσονται ανατρεπτικά και απότομα στους διαλόγους του λειτουργεί και ως σχολείο υποκριτικής. Όμως, η παράσταση της Α.Θ.Ο.Α., με βοήθησε να αναθεωρήσω την άποψή μου για τον άγγλο νομπελίστα και την δύναμη που μπορεί να έχουν τα έργα του. Επιπλέον, παρά την ιδιαιτερότητα της συμπεριφοράς τους, οι ήρωές του προέρχονται από μια λαϊκή τάξη και οι αντιστοιχίες που υπάρχουν με τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία ήταν πολλές.

Οι σκηνοθέτες συνήθως τον αντιμετωπίζουν με ένα υπερβολικό δέος, το οποίο μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στο ονειρικό-εφιαλτικό τοπίο που παράγεται μέσα από τη γραφή του, αυτή την αίσθηση του κενού και της ματαιότητας των πραγμάτων. Ο Σωτήρης Σαρλής, έμπειρος στη σκηνοθεσία, αλλά και βαθύς γνώστης του παγκόσμιου θεάτρου, δεν έπεσε σ’ αυτήν την παγίδα. Αντιμετώπισε τα κείμενα και το συγγραφέα τους με σεβασμό, αλλά όχι με φόβο ούτε με ηττοπάθεια. Δεν προσπάθησε απλώς να διεκπεραιώσει την ανάπτυξη των επιμέρους υποθέσεων, αλλά και δεν υποτάχθηκε στον φόβο μπροστά στο βαρύ όνομα του συγγραφέα. Επέτρεψε έτσι και στο ιδιότυπο χιούμορ του Πίντερ να αναδειχθεί αλλά και στους ηθοποιούς του να αναμετρηθούν με επιτυχία με μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της θεατρικής διαδικασίας, δηλαδή τις παύσεις. Οι παύσεις είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα στη διαχείρισή τους στοιχεία ενός θεατρικού έργου. Κι αυτό γιατί, όταν έχεις κείμενο, μπορείς να εκφραστείς με το λόγο, πράγμα που καλύπτει τις όποιες κινητικές, εκφραστικές ή άλλες αδυναμίες ενός ηθοποιού. Όταν, όμως, κυριαρχεί η σιωπή, στο θέατρο δεν υπάρχει η αλλαγή πλάνου (όπως στο σινεμά ή στην τηλεόραση) που θα καλύψει αυτές τις αδυναμίες. Εκεί ο ηθοποιός αναμετράται με τον εαυτό του, βάζοντας σε λειτουργία τις κινήσεις του σώματος και των άκρων του, την εκφραστικότητα του προσώπου ή την εκδήλωση συναισθημάτων. Ο Σωτήρης Σαρλής καθοδήγησε τους ηθοποιούς του άψογα στον τομέα αυτόν, σε σημείο που να μπορούν να ανταποκρίνονται ακόμα και σε επαγγελματικού τύπου απαιτήσεις.

Το ίδιο το έργο των ηθοποιών είναι, στην περίπτωση της συγκεκριμένης παράστασης, ακόμα πιο δύσκολο. Σε μια κλασικού τύπου παράσταση ο ηθοποιός έχει να αναμετρηθεί με έναν χαρακτήρα που εξελίσσεται και ολοκληρώνεται στη διάρκεια του έργου, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα πρόσωπα που συνυπάρχουν μαζί του. Εδώ, όμως, πρέπει ο κάθε ηθοποιός να ανταποκριθεί σε ρόλους μικρούς που δεν αφήνουν περιθώρια μεγάλης εξέλιξης και θα πρέπει να ολοκληρωθούν σε μικρό χρονικό διάστημα. Εξάλλου όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί της παράστασης καλύπτουν και περισσότερους από έναν χαρακτήρες, με αποτέλεσμα η ταύτιση και η απόδοση του εκάστοτε χαρακτηριστικού τους να γίνεται πολύ πιο δύσκολα. Κι όμως τα παιδιά της Α.Θ.Ο.Α. απέδειξαν ότι τους ταιριάζουν τα δύσκολα και μπορούν να τα καταφέρουν και σε αντίξοες καταστάσεις. Τους αναφέρω με τη σειρά που εμφανίζονται στο έργο, σχολιάζω, όμως, όλους τους ρόλους που παίζουν.

Η Έφη Μπούρα αποτυπώνει με ιδιαίτερη επιτυχία την αναγκαιότητα της μικροαστής νοικοκυράς να κατασκευάσει ένα εικονικό ενδιαφέρον μέσα από την κενότητα που την περιβάλλει. Η εκφορά του λόγου της, αλλά και η κινησιολογία της στις παύσεις αναδεικνύουν το ρόλο και περνούν τα μηνύματα του συγγραφέα. Η Κατερίνα Μπούργου στο σκετς «Απλώς» συναγωνίζεται την συμπαίκτριά της στο «παιχνίδι» της επινοημένης πραγματικότητας. Η εκφραστικότητά της είναι εξαιρετικά εύγλωττη, ιδιαίτερα στις στιγμές όπου δεν μιλάει καθόλου. Στη «Στάση Λεωφορείου» δε, πλάθει μια «κατίνα» μικροαστή και ξενοφοβική που σε πείθει ότι κυριαρχείται από εμμονές και φοβίες. Ο Χρήστος Μπατσής αναμετράται με διαφορετικούς χαρακτήρες, δεν φοβάται να εκτεθεί και κερδίζει τη μάχη. Πείθει και ως έκπληκτος κατασκευαστής μηχανών που δεν αρέσουν σε κανέναν, και ως αμήχανος εραστής (ή σύζυγος) που προσπαθεί να ανακατασκευάσει στη μνήμη του την πρώτη γνωριμία με την αγαπημένη του, και ως σκληρός άτεγκτος αλλά και αμοραλιστής βασανιστής σε ένα ανελεύθερο καθεστώς, αλλά και ως ευαίσθητος και μόνος συντονιστής ραδιοταξί που επαναστατεί και εγκαταλείπει τη μοναξιά του ασυρμάτου (αλλά και του κινητού, του φέησμπουκ κ.ο.κ) για να δοκιμαστεί στην διαπροσωπική επαφή. Ο Άκης Τσάγκας αναδεικνύεται, σταδιακά, σε ικανότατο ρολίστα. Πλάθει εξίσου ικανοποιητικά και τον αμήχανο εκπρόσωπο των εργατών που δεν τους αρέσουν αυτά που κατασκευάζουν, αλλά και τον ταξιτζή του ραδιοταξί που ανακαλύπτει ότι υπάρχει ζωή που αξίζει να τη ζήσει κανείς και έξω από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Ο Μίμης Σκορίλας, έμπειρος στο θεατρικό σανίδι αναδεικνύει με μαεστρία το ρόλο του νταβατζή που εκμεταλλεύεται την αγάπη μιας γυναίκας και εξίσου καλά εκείνον του βασανιστή που νιώθει άσχημα γιατί του αρέσει αυτό που κάνει. Η Κατερίνα Νάκου αποδίδει με πόνο τον προδομένο έρωτα της γυναίκας που τελικά πέφτει θύμα εκμετάλλευσης. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος σου δίνει αρχικά την αίσθηση ότι είναι πραγματικά ένας ασήμαντος παρθένος υποψήφιος υπάλληλος, για να μετατραπεί σε ψυχρό και σκληρό αμοραλιστή επικοινωνιολόγο και να καταλήξει σε έναν φασίστα υπουργό πολιτισμού, με μια άνεση που εκπλήττει και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είναι το ίδιο πρόσωπο. Η Όλγα Τσιάφη μεταπηδά με άνεση από την σκληρή εκπρόσωπο της εργοδοσίας στην τρυφερή και ευάλωτη σύντροφο που προσπαθεί να αναπλάσει το παρελθόν της με τον αγαπημένο της για να καταλήξει σε μια πειστική απόδοση της αγωνίστριας που βασανίζεται χωρίς να προδώσει τα πιστεύω της. Η Μελίνα  Κατίου  καθηλώνει ως άστεγη με μια ματιά συγκινητική αλλά όχι εξωραΪστική και μετατρέπεται εξίσου πειστικά σε σέξι γιάπισσα που «πνίγεται» στη μοναξιά της επιτυχίας της. Η Ζηνοβία Μήτση συγκινεί εξίσου ως άστεγη που βρίσκει την ομορφιά ακόμα και στην κοινοτυπία, αλλά και ως εταίρα που προσπαθεί να συγκινήσει τον σκληρό επικοινωνιολόγο. Ο Νίκος Ζάψας, στη επιστροφή του στα θεατρικά πράγματα αποδίδει έντονα στο ρόλο του βασανιστή, ο Δημήτρης Σταμούλης και ο Κώστας Κοτσιάνης δίνουν απόλυτα πειστικό δίδυμο αντροπαρέας που μπορεί να κάνει κουβέντα με το τίποτα, η Ντίνα Σκανδάλη με τη Βάγια Αλέξη αποτελούν το εξίσου απολαυστικό γυναικείο αντίπαλον δέος της αντροπαρέας,η Νατάσα Σούλη θα μπορούσε να περάσει άνετα ως ιδιοκτήτρια πορνομάγαζου. Ο Σωτήρης Σαρλής ταυτίζεται με το συγγραφέα στο εναρκτήριο κείμενο και μεταπλάθει τον εαυτό του σε ό,τι απαιτεί ο εκάστοτε ρόλος του με απόλυτη επιτυχία.

%ce%91%ce%98%ce%9f%ce%912 %ce%91%ce%98%ce%9f%ce%913

Πρόκειται για μια παράσταση, που παρόλο που αυτοδυσφημίζεται ως μη διασκεδαστική, με πολλές παύσεις και ακατάλληλη για παιδιά κάτω των 13, αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς και να προβληματιστεί για την κενότητα της εξατομικευμένης κοινωνίας μας.

Κώστας Κωσταβασίλης