Skip to content

A_View_from_the_BridgeΈχω ξαναγράψει ότι είναι ευτύχημα για την Άρτα να έχει σε ενεργό παρουσία και διαρκή δραστηριότητα αρκετές θεατρικές σκηνές που ανεβάζουν έργα αξιόλογα, διαφορετικού ρεπερτορίου, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζεται το αισθητικό κριτήριο του αρτινού θεατή. Μία από τις πιο ιστορικές, δραστήριες, βραβευμένες αλλά και ουσιαστικές, είναι η θεατρική σκηνή του Πολιτιστικού Συλλόγου «Μακρυγιάννης», η οποία έχει σαφή παρουσία με θετικό πρόσημο για την περιοχή μας. Αυτή τη σεζόν ο Μακρυγιάννης επέλεξε να ανεβάσει ένα αμερικανικής προελεύσεως έργο, με εξαιρετικά επίκαιρο θέμα και νηφάλια ανάγνωσή του. Πρόκειται για το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ με τίτλο, Θέα από τη γέφυρα».

Όταν ο Άρθουρ Μίλερ εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή των ΗΠΑ, το θέατρο στις Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχείται από τα είδη του μελοδράματος και του μιούζικαλ: αν και κάποια άλλα είδη κάνουν την εμφάνισή τους, η σύνδεσή τους με το γερμανικό εξπρεσιονισμό τα καθιστά βραχύβια. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Άρθουρ Μίλερ, ο Ευγένιος Ο’Νιλ και ο Τένεσι Ουίλιαμς ανανεώνουν την εργογραφία και το ύφος του αμερικανικού θεάτρου. Ο Μίλερ αντλεί τη θεματογραφία του μέσα από τη ζωή και προβάλλει το ανθρώπινο δίλημμα για την εκλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό. Τα έργα του περιέχουν αξίες για την ανθρώπινη ύπαρξη και την εξάρτηση του ατόμου από τον κοινωνικό του περίγυρο, ενώ δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην οικογένεια, την ηθική και την ατομική υπευθυνότητα. Παράλληλα, πηγάζουν από βιώματα του ίδιου ή από σκηνές στην ίδια την πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, τη Νέα Υόρκη. Για παράδειγμα, την ιστορία του “Θέα από τη γέφυρα” την άκουσε από κάποιο λιμενεργάτη σε ένα πεζοδρόμιο. Στα έργα του, ο Άρθουρ Μίλερ ποικίλει σε ύφος, μεταβαίνοντας από το ρεαλισμό στον εξπρεσιονισμό (“Ο θάνατος του εμποράκου”) και τον ιμπρεσιονισμό (“Μετά την πτώση”). Όσον αφορά τις πηγές έμπνευσης και επιρροής του, είχε δηλώσει ο ίδιος ότι αποτελούσε πρότυπό του η αρχαία ελληνική τραγωδία, ενώ φαίνεται ότι έχει επηρεαστεί πολύ και από το έργο του Ίψεν. Ανανέωσε το “κοινωνικό δράμα”, καταγγέλλοντας τα οξεία ζητήματα της εποχής του και ασκώντας κριτική στην αμερικανική κοινωνία: στο ρατσισμό της, την κερδοσκοπία, τη μισαλλοδοξία και την αναισθησία μπροστά στην αποτυχία και ανημποριά.

Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι, για να ανεβεί ένα τέτοιο έργο σε ελληνική σκηνή, θα πρέπει να γίνει πολύ σοβαρή δουλειά σε επίπεδο χαρακτήρων, αλλά και σε επίπεδα συμπεριφορών, ώστε να μην είναι δυνατή η παρανόηση του έργου ή η μετατροπή του σε διαρκή καταγγελτικό λόγο άνευ προηγουμένου. Η ζωή και η δράση των παράνομων ιταλών μεταναστών στην «γη της επαγγελίας», όπως φαινόταν τότε η Αμερική, απηχούν πολύ εύπεπτα μηνύματα αν επιχειρήσουμε μια κάπως λαϊκιστική προσέγγισή τους. Η υπόθεση, με λίγα λόγια, έχει ως εξής: Ο Έντι Καρμπόνε, Ιταλός μετανάστης στην Αμερική του ΄50, εργάζεται σκληρά στο λιμάνι του Μπρούκλιν για να συντηρήσει την οικογένειά του. Μαζί με τη σύζυγό του, Μπέατρις, έχει αναλάβει την ανατροφή της ορφανής ανιψιάς της, Κάθριν, που μεγαλώνει μαζί τους σαν να ήταν πραγματικό τους παιδί. Η ξαφνική άφιξη των Ιταλών συγγενών της Μπέατρις, που μπήκαν παράνομα στη χώρα για αναζήτηση εργασίας και φιλοξενούνται στο σπίτι του Έντι, ανατρέπει την ισορροπία της οικογένειας. Η Κάθριν ερωτεύεται τον Ροντόλφο, τον νεαρό κι όμορφο ξάδελφο της Μπέατρις, ξυπνώντας μέσα στην ψυχή του Έντι μια καταστροφική ζήλια, που τον ωθεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Το γεγονός ότι το έργο πραγματεύεται ακραία πάθη και τραγικές συγκρούσεις, καθιστά ακόμη πιο δύσκολο το έργο του σκηνοθέτη, δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφύγει την καρικατούρα και την υπερβολή. Η σκηνοθέτις του έργου, Ζωή Μπαρτζώκα, κατάφερε να ισορροπήσει μεταξύ της υπερβολής των συναισθημάτων και του μέτρου των συμπεριφορών μιας τυπικής καθολικής ιταλικής οικογένειας, η οποία θα πρέπει, σε κάποιο σημείο, να συγκρουστεί σε θέματα τιμής. Διαβάζει σωστά την εικόνα του κεντρικού ήρωα που παλινδρομεί μεταξύ των επιθυμιών και των υποχρεώσεών του και αναδεικνύει, μέσα από τις σιωπές, την κινησιολογία και τις αδιόρατες επαφές, τα συναισθήματα που γεννιούνται και συγκρούονται κάθε φορά, όχι μόνο στον κεντρικό πρωταγωνιστή, αλλά και στα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Το τελικό αποτέλεσμα αφήνει ικανοποιημένο τον θεατή και δικαιώνει την προσπάθεια που κατεβλήθη και στην οποία συνέβαλε προφανώς αποφασιστικά η βοηθός σκηνοθέτη, Λένα Μπασδέκη. Η σκηνογραφία του Νίκου Γόγαλη, αποδίδει ένα υψηλής αισθητικής όσο και μέγιστης λειτουργικότητας σκηνικό χώρο, ο οποίος παραπέμπει άμεσα σε τοπίο της Νέας Υόρκης, όπου και διαδραματίζεται η υπόθεση. Η ηχητική επιμέλεια, αλλά και οι φωτισμοί του Αντώνη Αξιώτη, αναδεικνύουν την ένταση όπου χρειάζεται, με αποκορύφωμα την αριστουργηματική συνεργασία ηθοποιών, κινήσεων και φωτισμού στην τελική σκηνή. Το τραγούδι του Βαγγέλη Κοτρώτσιου «χάρτινη κούκλα», μας ταξιδεύει στην εποχή και προσθέτει μια νοσταλγική νότα στην υπόθεση.

Οι ερμηνείες ανταποκρίνονται στις υψηλές απαιτήσεις που έχει κάποιος από το θεατρικό τμήμα του «Μακρυγιάννη» και την ιστορία του. Ο Κώστας Γρούμπας, ως Έντι Καρμπόνε, μεταπηδά από την τρυφερότητα στην άτεγκτη ζήλια και από τη συντροφικότητα στην ανάλγητη σκληράδα, με επαγγελματική σχεδόν ευστροφία. Αποδίδει έτσι τις μεταπτώσεις του καθολικού Ιταλού οικογενειάρχη που βιώνει έναν απαγορευμένο έρωτα, με επιτυχία που μας κάνει να ταυτιζόμαστε σχεδόν μαζί του. Ο Νίκος Κασελούρης, ως αφηγητής, δικηγόρος Αλφιέρι, συνδέει τις σκηνές και μας φωτίζει τις πιο κρυφές πτυχές των ηρώων, βλέποντάς τες από «ψηλά», σαν από γέφυρα. Αποδίδει τον εξωτερικό αφηγητή και ψύχραιμο σύμβουλο, με τη δέουσα προσοχή και νηφαλιότητα. Ο Γιάννης Ζαφείρης, ως νέος, ωραίος, διψασμένος για ζωή λαθρομετανάστης Ροντόλφο, πείθει και για το βάθος των συναισθημάτων του αλλά και για την απόγνωση της φτώχειας που οδηγεί στη μετανάστευση. Οι σκηνές του με το αντικείμενο του έρωτά του, τη νεαρή Κάθριν, δεν αφήνουν κανέναν θεατή ασυγκίνητο. Ο Θωμάς Πανέλλης, ως οικογενειάρχης, σοβαρός και μετρημένος, επίσης λαθρομετανάστης Μάρκο, αποδίδει με μέτρο και συγκινητική αυτοσυγκράτηση ένα ρόλο που απαιτεί ακριβώς αυτές τις αρετές, καθώς ο μετρημένος και εγκρατής ήρωας θα οδηγηθεί, μέσα στην απόγνωσή του, σε πράξεις έξω από την εγκράτεια και τη λογική. Η μετάπτωση αυτή, αποδίδεται από τον Θωμά Πανέλλη άψογα. Ο Κώστας Κίτσος, ως λιμενεργάτης Λούι, δίνει με ενάργεια και μεστότητα την εικόνα ενός μέσου ιταλοαμερικανού δεύτερης γενιάς. Οι Δημήτρης Ντιβέρης και Γεράσιμος Ντονάδος πείθουν ως σκληροί αστυνομικοί του τμήματος αλλοδαπών.

Οι δύο γυναικείες παρουσίες του έργου, αποτελούν και καταλυτικές υπάρξεις στην πλοκή του. Η νεαρή Κατερίνα Μάγκου, ως ορφανή ανιψιά Κάθριν, δίνει πειστικά την αναστάτωση που της προκαλεί ο ωραίος Ροντόλφο, και ταυτόχρονα αποδίδει το άγχος και την αγωνία της αμφιταλάντευσης μεταξύ του άγνωστου που κρύβει ο έρωτας και της σιγουριάς του σπιτιού αλλά και των τρυφερών της συναισθημάτων προς τον θείο της Έντι. Οι εκφράσεις της στις τελικές σκηνές του έργου οδηγούν το θεατή να συμπάσχει μαζί της στο δρόμο προς την «κάθαρσιν». Η Αφροδίτη Κατσαούνου, ως σύζυγος του Έντι, Μπέατρις, δηλώνει την καταπιεσμένη ζήλια και την πίκρα της συζύγου που βιώνει την αδιαφορία του άντρα της, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τη στάση το σώματος, το βλέμμα και την κίνηση. Λειτουργεί με μέτρο και χωρίς υπερβολή, καταλήγοντας στην κορύφωση του τέλους με τρόπο φυσικό και απέριττο.

Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια παράσταση δυνατών συγκινήσεων που θα ανταμείψει το θεατή που θα την επιλέξει.